Τρίτη 26 Απριλίου 2011

Τρεις αυλές - τρεις απόψεις.

Αν κάνετε μια βόλτα στην εξοχή, θα δείτε πολλές αυλές τελείως διαφορετικές μεταξύ τους.

Εγώ φωτογράφισα μόνο τη γειτονιά μου

Και πρώτα την αυλή του εξαιρετικού γείτονα που αφιερώνει δύο τρίωρα την ημέρα στην φροντίδα του κήπου του


Στη συνέχεια βλέπετε την αυλή της αχαρακτήριστης γειτόνισας που πολύ συχνά ψεκάζει τα χόρτα και τα καίει γιατί φοβάται τα φίδια, και ας βόσκουν μετά εκεί οι κότες της. Να σας παραγγείλω αυγά;



Και ιδού η δικιά μας αυλή! εδώ όπως παρατηρείτε ο καθένας κάνει ότι θέλει, άνθρωποι, ζώα, φυτά, χωρίς να ενοχλεί ο ένας τον άλλο

Για πέστε μου τώρα, πού θα θέλατε εσείς να κάνετε κωλοτούμπες; να παίξετε μπάλα, να κάνετε κούνια στα δέντρα; Ή καλύτερα να βάλετε μια αιώρα και να πάρετε το βιβλίο ή το λαπ τοπ αγκαλιά, ή ότι άλλο “επιθυμείτε στην αγκαλιά σας να το βρείτε”?

Κυριακή 10 Απριλίου 2011

Το φιντανάκι


Ήταν ένα τόσο δα φιντανάκι, που το απέσπασαν βίαια απ τη μάνα του, μα γεμάτο απ τους χυμούς της, μπορούσε σίγουρα να επιβιώσει. Δεν το ενδιέφερε και τόσο που έφευγε από κοντά της, αλλά αυτό που ήθελε ήταν να ταξιδέψει, να γνωρίσει άλλους κόσμους και κυρίως να είναι αύταρκες. Βαλμένο στη σειρά με πολλά άλλα μαζί, της ηλικίας του, προσπαθούσε να ριζώσει στο καινούριο του περιβάλλον. Μία ορμόνη και η ενισχυμένη τροφή μέσα στο νερό με ένα σωρό μεταλλικά άλατα, προφυλαγμένο μέσα σε θερμοκοιτίδα, βοήθησαν ώστε γι' αυτό να μην χρειάζονται ιδιαίτερες δυνάμεις.

Ένα πρωί, όταν ο ήλιος ήταν ακόμα στον ορίζοντα, το ξερίζωσαν όπως και τα άλλα αδέλφια του, και τα έβαλαν το καθένα σε δικό του σπιτάκι. Αν και πόνεσε πολύ, του άρεσε αυτό, και με τη βοήθεια των συμπληρωμάτων διατροφής τα κατάφερε και πάλι να ριζώσει στο νέο του σπιτικό. Ήταν σίγουρο ότι εδώ θα μεγαλώσει και θα δημιουργήσει τους κλώνους του. Μα ποτέ κανείς δεν ορίζει απόλυτα τον εαυτό του, και ένα δροσερό πρωινό με λιακάδα, άνθρωποι κατέκλυσαν τον χώρο του ιδρύματος, και τότε άκουσαν τα φιντανάκια για χρήματα και για την αποτίμηση της αξίας τους σε ευρώ.

Μαζί με άλλα φιντανάκια, σε διάφορα σχήματα και χρώματα, το φορτώσανε σε ένα αυτοκίνητο όπως άκουσε να το λένε, και ταξίδεψε πολύ μακριά πια. Και πάλι η χαρά του ήταν απέραντη, ανάμεικτη με άγχος όμως, γιατί δεν ήθελε πια άλλο ξερίζωμα, δεν άντεχε άλλο σοκ.

Κάποτε, αφού ταξίδεψαν στον απέραντο κάμπο, έφτασαν στο Μαγικό, και αφού πέταξαν το χαλασμένο πια μικρό σπιτάκι του, που μέσα σε αυτό ασφυκτιούσε και δεν μπορούσε να τεντωθεί, το έβαλαν στη μάνα Γη! Α, εδώ τώρα μπορούσε να απλώσει ρίζες προς όλες τις κατευθύνσεις και προπαντός βαθιά, προς την υγρή και ζεστή καρδιά της. Και τα λιγνά κλαδιά του θέλανε να φθάσουν τον ήλιο. Έγινε πια μια λυγερή κοπέλα που με αρμονικές, χορευτικές κινήσεις, τυλιγόταν και σκαρφάλωνε στο μεταλλικό, όμορφα βαμμένο, πλέγμα. Έγινε μια κοπέλα δύο μέτρα ψηλή, και φούντωσε, ομόρφυνε, και ήταν σίγουρη ότι αν μεγαλώσει κι άλλο, θα ανεβεί επάνω στη στέγη, και τότε πια θα βλέπει πολύ μακρυά, πάνω απ τα λιόδεντρα, τη θάλασσα αλλά και τα βουνά. Το άρωμά της μεθούμε τα έντομα που οργίαζαν γύρω της. Έκανε πολλά όνειρα, μα ήρθε χειμώνας, και δεν το άντεχε το κρύο, καλύτερα να κοιμόταν σκέφτηκε, και να περιμένει......

Όμως... την Άνοιξη, εγώ με αγωνία έβλεπα τα λεπτά κλαδάκια της, γυμνά, χωρίς ίχνος ζωής. Ένα μόνιμο σφίξιμο, είχα στην καρδιά μου. Να βλέπω όλα γύρω να φουντώνουν, τα λουλούδια να ανθίζουν, τα έντομα ένα σύννεφο βουερό, τα παιδιά να τρέχουν και οι δεκαοχτούρες να επαναλαμβάνουν το νούμερό τους, το 18. Αλλά η κοπελιά μου γυμνή και ξερή, τυλιγμένη γύρω απ τα όμορφα σίδερα.

Και ένα πρωί, τα είδα. Ναι ήταν κάτι μικρά φυλλαράκια, σαν το κεφάλι της καρφίτσας!!! Σκίρτησα, έβαλα τα γυαλιά μου, και βεβαιώθηκα. Η κοπελιά μου έχει ζωή. Ξέρει εκείνη, τώρα είναι η ώρα της. Άρχισα να στέλνω ηλεκτρονικά μηνύματα, ήθελα να μεταδώσω την ελπίδα! Υπάρχει ελπίδα τελικά για όλους! Και το όνομα αυτής Λουίζα!


Το ξέρω ότι όλοι έχουμε ένα όριο ζωής, μα δεν στρέχω να βλέπω κανέναν να λειώνει, κανέναν να στεγνώνει... Μου είναι αβάσταχτο._

Τρίτη 5 Απριλίου 2011

Δαντελένια κουρτινάκια για εξαρτημένες διαδικτυακές

Χρόνια τώρα ήθελα κουρτινάκια που να πληρούν τις εξής προδιαγραφές.

  1. να ταιριάζουν σε ξύλινα παράθυρα

  2. να μ αρέσουν

  3. να μην σκοτεινιάζουν τον χώρο

  4. να μην έχουν πολύ κόπο

και βρήκα αυτή την λύση.

Τώρα αν εσείς θέλετε να πάρετε το βελονάκι και να πλέξετε, θα φτιάξετε σίγουρα αριστουργήματα. Μπορείτε επίσης να πάρετε άσπρο λεπτό λινό και να κεντήσετε σε κοφτό ασπροκέντημα, οπότε τα δικά σας θα είναι έργα τέχνης!. Οπότε πάω πάσο. Όμως θα πρέπει για μήνες να ξεχάσετε τον υπολογιστή σας. Τι; δεν γίνετε αυτό; Εμ, γι αυτό σας λέω. Αγοράστε μεταξωτή δαντελένια κουρτίνα με το μέτρο που όταν κοπεί δεν χρειάζεται στρίφωμα.


Κόψτε τις κουρτίνες σας, στο μέγεθος που θέλετε και περάστε τις άκρες γρήγορα πάνω από τη φλόγα ενός κεριού για μεγαλύτερη αντοχή αν και δεν είναι απαραίτητο.


Αγοράστε και λεπτά μπρούντζινα κουρτινόξυλα, κρεμάστε τις .... και με γεια σας

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

Στα κουσούρια ντ' μπαμπά μ' (μεθεόρτια)

Μια βδουμάδα μιτά τ Αγίου Δημητρίου μ’ έστειλιν η μάμα μ’ στου φούρνου να πάρου δυο λαμαρίνις. Ήταν Παρασκηυή, κι πως χάρ’κααα πλαλώντας πήγα κ’ ήρθα. Τς λαμαρίνις τς έπιρνι όταν ήθιλι να κάμ’ κουλούρια.

Τι θα κάν’ς μάμα;” “Θα κάνου κουλούρια κι ινδουκάρυδα, γιατί μπουρεί να ‘ρθει καμία τ’ Κυριακή μιτά τν Ικκλησία και δεν έχου τίπουτα να ξιντροπιαστώ. Αύριου θ’ ρθει κ’ η θεία σ’ να μι βουηθήσ’” . “Αφού πέρασιν η γιουρτή ντ’ μπαμπά μ’” “Θα έρχουντι για τα κουσούρια”

Του Σάββατου είπι κρυφά κι του μπαμπά μ’ να φέρ’ ικατό δράμια μαργαρίτις να έχ’, και προυί προυί άρχίνσαν. Ιμάς μας έλιγαν να πάμι να παίξουμι να μην τσ’ αμπουδάμι μα ημείς εικί τριγυρνούσαμι.

Έκαμαν κουλούρια για βουτήματα κι τ’ αράδιασαν στ’ μια τ’ λαμαρίνα κι ύστιρα έκαμαν ινδουκάρυδα. Σαν κουλούρια ήταν κι αυτά αλλά τα έλιγαν πτιφουρ μι ινδουκάρυδου. Έβαζαν του μαλακό ζυμάρ’ που είχι μέσα τριμμένου ινδουκάρυδο, σι ένα χουνί μι δόντια στν άκρ’ κι του πατούσαν και έβγιναν στρόγγυλα κουλούρια μι μύτις. Έβαζαν κι στ’ μέσ’ μισό κεράσι’ γλυκό, κι τα έβαλαν κι αυτά στν άλλ’ τ’ λαμαρίνα. Μιτά πήγαν κι τσι δυο τς λαμαρίνις στου φούρνου.

Όλ’ θέλαμι να πάμι να τα πάρουμι απ του φούρνου, μα δε μας άφσαν. “Μι τιλειώσατι του γλυκό μι τιλειώσατι κι τα τσικουλατάκια κι όλα, δεν έχουμι τίπουτα να κιράσουμι, Θα σας δώσου ιγώ απού ένα”


Οταν τα έφιραν στου σπίτ, ημείς απού πάν. Άλλα κόλ’σαν κι άλλα έσπασαν. Αυτά μας τα μοίρασαν. Τα άλλα τα ‘κρυψαν. Οι τρεις θιραπαύκαμι, μας έφτασαν αυτά που φάγαμι, αλλά ου Γιάγκους όλ’ τ΄νύχτα σαν σφιντσιότκους παπάς ανέβνι κατέβνι τς σκάλις αλλά δεν έβρισκι που τά κριψιν η μάμα μας.

Ντ’ Κυριακή, όταν απόλκιν η ικκλησία, ήρθαν οι θείις απ’ τ’ γειτουνιά και πήγαν όλις στν καλή ντ’ κάμαρ’. Η μάμα μ’ κιρνούσι κι η αδιλφή μ’ ντ βουηθούσι. Η Γιάγκους παραμόνιβι να δει που έκρυψαν τα κουλούρια για να ξέρ’ για άλλ φουρά. Πρώτ’ φουρά δεν τα βρήκι κι κόντιψιν να σκάσ’. Όξου απ’ ντ καλή ντ’ κάμαρ’ είχαμι μια μιγάλ’ σάλα, μι μιγάλα παράθυρα και δαμάσκου κουρτίνις. Εικί πίσου απ’ τς κουρτίνις κρέμασιν η μάμα μ’ τ’ σακούλα μι όλα τα κιράσματα. Δεν είπι τίπουτα η αδελφόζουμ, πήγι κι πήρι τς γκαζιές.

Απάν’ στου τραπέζι ήταν η φουντανιέρα μι τς μαργαρίτις τα τσικουλατάκια. Άσπρ’ πουρσιλάν’ μι ουρανί λουλούδια, που τ’ έφιρι η γιαγιά μ’ απ’ τ’ Σιάτιστα. Έβαλιν ένα κουρσούμ’ μέσα στου χέρι τ’ η Γιάγκους, κι μι του μιγάλου δάχτυλο του έστειλι στ’ φουντανιέρα. Μόνο του καπάκι έμεινι. Ύστηρα, όταν η μάμα μ’ μι τουν μιγάλου του δίσκου γιμάτου πουτήρια κι πιατάκια μι γλυκό πήγι να κιράσ’ έβαλιν κι του καλό του πουτήρ’ στου σημάδ’ κι γέμισιν η τόπους λυλίτσια.

Θύμουσιν η μάμα μ’ γούρλουσιν τα μάτια, κι είπι ότ’ έλιγιν όταν θύμουνι “Α στην ευχή της Παναγίας”

κουσούρια=μεθεόρτια

πλαλώντας=τρέχοντας

100 δράμια = 320 γραμμάρια (400 δράμια = Μία οκά = 1.282 γραμμάρια)

αμπουδάμι=εμποδίζουμε

θιραπαύκαμι=θεραπευτήκαμε-ευχαριστηθήκαμε

απόλκιν η ικκλησία=απέλυσε (τον κόσμο) η εκκλησία – τελείωσε η λειτουργία δηλ.

δαμάσκο = είδος πολυτελούς υφάσματος, αδιαφανές (δεν υπήρχαν πατζούρια τότε στον Κολινδρό και στα παράθυρα βάζανε εκτός απ τις λεπτές κουρτίνες και άλλες αδιαφανείς)

γκαζιές=μπίλιες

λυλίτσια=κομματάκια γυαλιού

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Είστε καλεσμένοι σε γάμο,

σε
Κολινδρινό γάμο!



"Αθηνούουουλα...
τρέξε, περνάνε τη προίκα!"
Φυσικά θα
έτρεχα από μόνη μου μόλις θα άκουγα το
ακορντεόν. Είναι η μαμά μου που με
παίρνει αγκαλιά και με ανεβάζει στο
περβάζι του παραθύρου, μισό μέτρο φαρδύ,
πρώτο θεωρείο. Πρώτα άκουσα τη μουσική
και μετά είδα τον ακορντεονίστα να
προχωράει αργά αργά και να παίζει. Ήταν
επιβλητικό, σε μια μικρούλα πόλη, που
δεν υπήρχε κανένας ήχος, ούτε αυτοκίνητα,
ούτε τηλεοράσεις, ούτε καν κότα ακουγόταν,
παρά μόνον η μουσική! Και ακολουθούσαν
παιδάκια, κρατώντας αγκαλιά από ένα
μαξιλάρι, του καναπέ, του ύπνου, της
φιγούρας, όλα γεμισμένα με βαμβάκι,




μετά
έφηβοι με ριγμένα στους ώμους τους
εργόχειρα




όπως
τραπεζομάντιλα

κρεβατόγυρους, ή
κρατώντας κάδρα κεντημένα με ευχές,
κ.α.


και το κάδρο που βλέπαμε στα πιο πολλά σπίτια, τον Φρίξο με την Έλλη!


Ακολουθούσαν
οι άντρες
που κουβαλούσαν
τα πιο βαριά πράγματα,
παπλώματα,
κουβέρτες πλεκτές, κουρελούδες,
χράμια
, φλοκάτες, προκόβες (βελέντσες
χωρίς φλόκια)

όλα φυσικά πλεγμένα
ή υφασμένα στο χέρι, και μετά
ακολουθούσαν τα χαλκώματα,
καζάνι, ταψί,
κατσαρόλες, γκιούμια.



Το
καζάνι το κρατούσαν δυο άντρες,
και
πίσω του ερχόταν, ένας
που κρατούσε ψηλά μια κότα και ένας με
μια γλάστρα. Και στο τέλος, δυο δυνατοί
άντρες, με καρφιτσωμένο στον
ώμο
ένα μαντήλι,
κουβαλούσαν ένα βαρύ μπαούλο! Μερικές
γυναίκες βγήκαν
στο
δρόμο και λέγανε
στα παιδι
ά με τα
μαξιλάρια και τα κεντήματα,
γυρίστε από
δω να δω το
σχέδιο”...

Α!
Τα σχέδια μεγάλη υπόθεση. Έπρεπε
εκτός από
την ομορφιά τ
ους, να
είναι και πρωτότυπα, και
για τον λόγο
αυτ
ό προσπαθούσαν οι
κοπέλες να τα κεντάνε κρυφά,
έτσι γινόταν τα περίφημα νυχτέρια!
Και για αυτήν την πλούσια προίκα, που
καμιά κοπέλα δεν ήθελε να υστερεί,
γινόταν αιματηρές οικονομίες στο σπίτι,
που συνήθως είχε μισή ντουζίνα κορίτσια.
Την εποχή που η μαμά ετοίμαζε την προίκα
της, στον Κολινδρό υπήρχε ηλεκτροδότηση
από τοπική γεννήτρια αλλά το καλώδιο
της λάμπας ήταν κοντό για τα ψηλοτάβανα
εκείνα αρχοντικά σπίτια, και η ένταση
του φωτός πολύ μικρή. Αλλά ο παππούς
βρήκε τη λύση: Έβαλε μια καρέκλα επάνω
στο τραπέζι και κάθισε η μαμά και κεντούσε
μια χαρά, τα όμορφα εργόχειρα μερικά
από τα οποία τα φυλάγουμε εμείς τώρα
σαν τα μάτια μας...

Αλλά
ας ξεκινήσουμε απ την αρχή.

Ο
γάμος
στον Κολινδρό άρχιζε
απ
ό τη Δευτέρα,
σε ένα σπίτι που είχε από μέρες
ασβεστωθεί μέσα έξω, στις αυλές, και στα
πεζοδρόμια. Οι φλοκάτες, τα χράμια και
οι κουρελούδες είχαν προ πολλού πλυθεί
στον ποταμό, όπου πήγαιναν οι γυναίκες
μια φορά το χρόνο για να πλύνουν όλα
αυτά.

Κάθε
μέρα
της εβδομάδας λοιπόν, γινόταν
και μια δουλειά, άρχιζε το άπλωμα της
προίκας στη σάλα, πρώτα τα δυο παλτ
ό,
ένα το επίσημο συνήθως
μαύρο κι ένα το καθημερινό,
τα μαντό επίσης,
φορέματα, παπούτσια,
εσώρουχα, και φυσικά πετσέτες, σκεπάσματα
και εργόχειρα όλα σε στοίβες.

Την
Τετάρτη πριν από το γάμο
γινόταν το γέμισμα των μαξιλαριών
και
έραβαν και το ολοκέντητο
σεντόνι στο πάπλωμα. Τις τρεις πρώτες
βελονιές έπρεπε να τις κάνουν τρεις
γυναίκες παντρεμένες.

Την
παρασκευή πήγαιν
αν
σ
υγγενείς του γαμπρού να
τα δ
ουν, οι οποίοι
προσπαθούσαν να κλέψουν κάτι, μαντίλι,
πετσέτα, μ
ε τρόπο που να μην τους
καταλάβουν, και
τα έβρισκε η νύφη στο καινούργιο της
σπιτικό.

Το
Σάββατο το βράδυ την παραμονή του γάμου,
έρχονταν οι φίλοι του γαμπρού στο σπίτι
της νύφης να πάρουν τα καλά ρούχα με τις
κρεμάστρες, τα παλτό, μαντό, ταγέρ,
βραδινά φορέματα, κ.τ.λ. Μπροστά τα
ακορντεόν κι πίσω όλοι οι άλλοι ο καθένας
με ένα ρούχο.

Την
Κυριακή το πρωί πηγαίνανε την προίκα
από το σπίτι της νύφης στου γαμπρού,
όπου και έμενε πάντα το ζευγάρι, αφού
περνούσαν από τους κεντρικούς δρόμους,
την αγορά και φυσικά κάτω απ το σπίτι
μας, που ήταν στο κέντρο.


Ήταν το πιο
αξιόλογο θέαμα, και όσοι δεν είχαν την
τύχη τη δική μας, έβγαιναν απ τα απόμερα
στενά, στους κεντρικούς δρόμους για να
παρακολουθήσουν. Τα δύο παλικάρια με
το μπαούλο, για να το δώσουν στον γαμπρό,
έπρεπε να τους τάξει κάποιο ποσό. Έτσι
άρχιζαν τα παζάρια, “τόσα σας δίνω”,
“α! μπα, δεν το παίρνεις με τόσα λίγα”....
ώσπου να μείνουν ικανοποιημένοι οι δυο
βαστάζοι και τότε παρέδιδαν το μπαούλο
και έπαιρναν το μπαξίσι.

Το
απόγευμα της Κυριακής ξεκινούσαν από
το σπίτι του γαμπρού όλοι οι συγγενείς
του, για το σπίτι της νύφης να την πάρουν
για να την οδηγήσουν στην Εκκλησία. Εν
τω μεταξύ κοπέλες στόλιζαν όλους τους
καλεσμένους με ξάφι. Α! Μεγάλη χαρά
για μας, το φυλάγαμε και το φορούσαμε
για μέρες μετά. Αυτό ήταν ασημένιες
κλωστές σε τούφα που το καρφίτσωναν στο
πέτο. Και στην εκκλησία, με το “Ησαΐα
χόρευε” όταν πετούσαν ρύζι και κουφέτα
στο ζευγάρι, ορμούσαν τα αγόρια να τα
μαζέψουν από κάτω, και νευρίαζε ο παπάς
που μπερδευόταν στα πόδια του, και η
νύφη που της τσαλαπατούσαν το νυφικό,
το οποίο ήταν τις πιο πολλές φορές
δανεικό ή νοικιασμένο. Όσες κοπέλες
είχαν κάποια θεία στην Αμερική τις
έστελνε δώρο το νυφικό και μετά αυτές
το χάριζαν στην Εκκλησία για να το
νοικιάζει σε άλλες νύφες. Έτσι έβλεπες
όλες σχεδόν τις νύφες να φοράνε το ίδιο
φόρεμα.


Μετά
τα
στέφανα πάλι
στους δρόμους,
και εμείς τα κοριτσάκια
να τρέχουμε από πίσω και να ζηλεύουμε
το παρανυφάκι που κρατούσε το πέπλο,
ντυμένο με την οργαντίνα του και το
στεφανάκι στα μαλλιά, και να ονειρευόμαστε
να ντυθούμε και μεις έτσι κάποτε.


Εγώ
δεν έγινα ποτέ παρανυφάκι ως τα 17 μου
χρόνια, γιατί οι μεγάλες μου ξαδέλφες
μένανε στη Θεσσαλονίκη, και στην Αμερική
ακόμα. Και μου είχε κάνει εντύπωση η
φωτογραφία μιας ξαδέλφης που παντρεύτηκε
με ένα κομψό άσπρο ταγιεράκι, και το
θεώρησα πολύ “cool” οπότε
πήρα και γω την απόφαση από τα οκτώ μου
χρόνια να κάνω τον πιο αντικομφορμιστικό
γάμο. Έγινα πάντως παράνυφος στα 17 μου,
στην Κατερίνη, και ο γαμπρός μπερδεύτηκε,
δεν ήξερε ποια είναι η νύφη και ποια η
παράνυφος.

Το
βράδυ μετά το γάμο, δεν σερβίρονταν
κανονικό γεύμα, αλλά
κερνούσαν στα όρθια τσίπουρο,
λουκούμια κ.τ.λ. Το μεγάλο τραπέζι γινόταν
την Δευτέρα από τον γαμπρό
για τους συγγενείς της
νύφης.

Την
Τ
ρίτη το πρωί
η
νύφη έπρεπε να
αποδείξει το κυριότερο προσόν για μια
Κολινδρινή. Μην φαντάζεστε τα αναχρονιστικά
έθιμα περί παρθενίας και τέτοια. Η
αξιοπρέπεια των περήφανων Κολινδρινών
δεν επέτρεπε οποιαδήποτε νύξη για τέτοια
θέματα. Η νύφη έπρεπε να δώσει
εξετάσεις στην περίφημη πίτα του
Κολινδρού ανοίγοντας
φύλλο
για να φάνε τα πεθερικά.

Την
τετάρτη πήγαιναν τα δώρα, άλλος δυο
πιάτα, ναι 2 καλά διαβάσατε,
ή έξη ποτήρια, μια
λάμπα πετρελαίου,

ένα “σιδηρόχτ”
(μπρούτζινο γουδί),

ένα μπρίκι, ένα
τηγάνι, ένα πήλινο, έναν
νταβά, ένα ντουλάπι που έψηναν το κριθάρι
που ήταν ο καφές
της εποχής,...





μην
περιμένετε βέβαια λίστα
γάμου; ή τραπεζιτικό
λογαριασμό;

Το
πρώτο Σάββατο μετά το
γάμο γινόταν τα επιστρόφια!
Τα πεθερικά και όλη
η οικογένεια του γαμπρού συνόδευαν τη
νύφη στο πατρικό
της όπου έμενε
δυο μέρες στολισμένη
παρφουμαρισμένη συνάμενη
και κουνάμενη.
Την
επόμενη ημέρα Κυριακή,
κουμπάροι, πεθερικά
κ.λ.π., πηγαίναν τη νύφη
στην εκκλησία με το καλό
της μαύρο παλτό,
με τη διαμαντένια καρφίτσα
στο πέτο, κατακόκκινα
χείλη επάνω
στα τακούνια στιλέτο, ότι πιο
δύσκολο
στα κατηφορικά
δρομάκια του χωριού και
στα καλντερίμια!!!

Την
αλεπού, με το ταριχευμένο κεφάλι και τα
γυάλινα μάτια που φορούσε η μαμά στις
επίσημες εμφανίσεις της, μου την άφηνε
να παίζω για πολλά χρόνια μετά στο
τεράστιο σπίτι, με τα ελάχιστα και
αυτοσχέδια παιχνίδια.


Έτσι
λοιπόν, δυο βδομάδες κρατούσε ο γάμος,
μετά άρχιζε η καθημερινότητα, αλλά για
τις γυναίκες στον Κολινδρό τα πράγματα
ήταν πολύ πιο ρόδινα, γιατί ποτέ δεν
δούλευαν στα χωράφια. Ήταν μεγάλη τύχη
για μια κοπέλα να παντρευτεί στον
Κολινδρό.


Άντε
“χαρές στ' ανύπαντρα”....

Ευχαριστώ τις Κολινδρινές φίλες που με βοήθησαν γιατί εγώ θυμόμουν σαν σε όνειρο μόνο το πέρασμα της προίκας και το ξάφι.
Οι φωτογραφίες είναι από προσωπική συλλογή. ιντερνετ και Μακεδονικό Μουσείο Κολινδρού

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010

Σύγκλιση γονιδίων!

Ο Κόλιας γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στο Σουχούμι της Απχαζίας. Τελείωσε Ρωσικό Γυμνάσιο και το 1922 με την ανταλλαγή, ήρθε στην Ελλάδα.

Το κέντρο υποδοχής προσφύγων ήταν ένας λασπότοπος έξω απ τη Θεσσαλονίκη, Καλαμαριά με το όνομα σήμερα. Άθλιες οι συνθήκες διαβίωσης και πολλοί δεν άντεξαν, μεταξύ των οποίων και ο αδελφός του Κόλια, λεπτός και “άψητος” όπως ήταν, πέθανε από ηλίαση. Μέχρι τη δεκαετία του -60, οι νέοι για να κατέβουν στη Θεσσαλονίκη, είχαν μαζί τους τα καλά τα παπούτσια. Πηγαίναν με τις γαλότσες μέχρι τη στάση του λεωφορείου, τις κρύβανε κάτω απ τα καφάσια του μανάβη, και φορούσαν τα καλά τους. Στο γυρισμό, αλλάζαν πάλι, φορούσαν τις γαλότσες και με τα παπούτσια στο χέρι πηγαίναν στα σπίτια τους.

Από την Καλαμαριά, τους πρόσφυγες τους στέλναν σε περιοχές που είχαν εγκαταλείψει οι Τούρκοι, και με ένα μικρό κλήρο που έπαιρναν, προσπαθούσαν να επιβιώσουν. Η οικογένεια του Κόλια, πήγε στα Κομνηνά Ξάνθης, δίπλα στη Σταυρούπολη. Απ τους πιο μορφωμένους αλλά και τους πιο δραστήριους, της περιοχής, έγινε και δήμαρχος της Σταυρούπολης, και πρωτοπόρος του συνεταιριστικού κινήματος. Δεν εξαργύρωσε όμως ποτέ αυτές τις υπηρεσίες του, αντίθετα με τον φίλο του και συμπατριώτη του, που το 1964 διορίστηκε υπουργικός Γεωργίας. Επί πλέον στις χοροεσπερίδες που οργάγωνε στα Κομνηνά και στην Σταυρούπολη, έπαιζε και βιολί, και έδινε τα παραγγέλματα στα γαλλικά. Ακόμα κάποιοι παλιοί κάτοικοι θυμούνται αυτές τις βραδιές.

Η Σόνια, αγαπημένη κόρη ενός συνταγματάρχη του τσαρικού στρατού, εγκατέλειψε νύχτα με την οικογένειά της το πατρικό σπίτι, στη Ρωσία παιδούλα ακόμα, μετά την Οκτωβριανή επανάσταση. Ένα κτήμα που δεν έφτανε μια μέρα με το άλογο να το γυρίσεις, και ένα σπίτι με τεράστιες αποθήκες γεμάτες τρόφιμα για τους βαρείς ρωσικούς χειμώνες, θα μείνουν χαραγμένα στη μνήμη της, ως το τέλος της ζωής της. Πήγαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο πατέρας εργαζόταν σαν θυρωρός, και με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1922, πέρασε με προσωρινό διαβατήριο στην Ελλάδα, σε ηλικία 13 χρονών.

Στα 18 της, ο πατέρας την πάντρεψε με τον Κόλια, 12 χρόνια μεγαλύτερό της. Παρ όλη την διαφορά ηλικίας πήρε τα ηνία του σπιτιού.

Ο μικρός μισθός του συνεταιρισμού χρειαζόταν πολύ καλή διαχείριση για τις ανάγκες της οικογένειας που κάποτε έφτασε να είναι οκταμελής. Άσε που πολλές φορές αντί για τον μισθό, της έφερνε κάποια προϊόντα που τους δίναν έναντι. Κάποτε ο Κόλιας έφερε στο σπίτι ένα ραδιόφωνο Τομσον και μαζευόταν όλη η γειτονιά να ακούσει. Αυτό έγινε όταν πια η οικογένειά τους, είχε μετακομίσει στην Ξάνθη. Η Σόνια ήταν το συμπλήρωμα του Κόλια. Διστακτικός και ευαίσθητος εκείνος, αποφασιστική και σκληρή εκείνη. Κάποια Χριστούγεννα του έδωσε το μαχαίρι να πάει να σφάξει τη γαλοπούλα που τάϊζε πολύ καιρό και την είχε στην πίσω αυλή του μικρού τους σπιτιού. Περίμενε πολύ ώρα μα ούτε ο άντρας της φαινόταν, ούτε η γαλοπούλα. Στέλνει τότε τον μεγάλο γιο, να δει γιατί αργεί ο πατέρας. Εκείνος πήγε στην αυλή, αλλά παρ’ όλο που πέρασε η ώρα δεν φάνηκε πίσω. Περιμένει η Σόνια, περιμένει…. Στέλνει τον μικρό γιο. Εν τω μεταξύ όλα τα υλικά έτοιμα για να μαγειρέψει, αλλά πουθενά γαλοπούλα. Τρέχει τότε θυμωμένη, και τους βρίσκει όλους να χαϊδεύουν τη γαλοπούλα. Αγανακτισμένη αρπάζει το μαχαίρι και …. χρατς, αυτό ήταν.

Ο Δημήτρης το τέταρτο παιδί μιας από τις πιο πλούσιες οικογένειας του Κολινδρού, γεννήθηκε το 1907.

Οταν μεγάλωσε, θέλησε να πάει για σπουδές σε μια γεωπονική σχολή που λειτουργούσε τότε στην Αγιά Λαρίσης, με οικοτροφείο. Μα η μαμά του το θεώρησε απαράδεκτο να ξενιτευτεί το παιδί, τότε μόνο οι φτωχοί ξενιτεύονταν, της είχε φύγει και ο μεγάλος γιος της στην Αμερική! Οπότε έμεινε στον Κολινδρό, έμαθε την τέχνη του τσαγκάρη, λίγο όμως την εξάσκησε. Παράλληλα ,το μαντολίνο, τα βιβλία και οι θεατρικές παραστάσεις ήταν οι ενασχολήσεις του, μέχρι το γάμο του, και αρκετά μετά. Μετά από σχεδόν 15 χρόνια γάμου αναγκάστηκε να βάλει και εκείνος καπνό, και να δουλέψει με την οικογένειά του για μερικές χρονιές. Στην δεκαετία του 60, με τέσσερα παιδιά πια, κατάλαβε ότι για τα παιδιά το μέλλον ήταν στην Θεσσαλονίκη, και έτσι αφού πούλησε μέρος της περιουσίας του, μετακόμισε, όπως και πολλές άλλες οικογένειες.

Στον Κολινδρό γεννήθηκε και η Πολυτίμη το 1912, το 6ο απ τα εννιά παιδιά του Κώτσου και της Αθηνάς.

Ο πατέρας της, καλλιεργημένος, ιεροψάλτης, μα κυρίως τεχνίτης τσαγκάρης, δεν ήθελε τα πέντε κορίτσια του να ταλαιπωρηθούν όπως η γυναίκα του με τόσο πολλά παιδιά, γι αυτό δεν ήθελε να τις παντρέψει μικρές. Αυτόν τον οικογενειακό προγραμματισμό ήξερε. Έξυπνος και αρχοντικός μόνο τον σεβασμό των γύρω του ενέπνεε. Η εικόνα του με το μακρύ νυχτικό (δεν φορούσαν τότε πιτζάμες) τον σκούφο, και το λυχνάρι να ανεβοκατεβαίνει την ξύλινη σκάλα, έχει μείνει στις καρδιές των 25 εγγονιών του. Την Κυριακή άφηνε επάνω στο τζάκι στη σειρά ένα δεκάρικο, ένα τάλιρο και ένα δίφραγκο, που ήταν το χαρτζιλίκι για τους γιους, ανάλογα με την ηλικία τους, τον Σωτήρη, τον Λάκη και τον Αντώνη. Μα ο Αντώνης πήγαινε κρυφά και άλλαζε τη σειρά, έβαζε στο κέντρο το δίφραγκο και τελευταίο το τάλιρο. Ετσι ο Λάκης πάντα βιαστικός και απονήρευτος έπαιρνε το πιο μικρό νόμισμα. Στον Κολινδρό κατέβαιναν απ τα γύρω χωριά για να ψωνίσουν και για να παραγγείλουν παπούτσια. Μα τα καινούρια παπούτσια έπρεπε να τρίζουν όταν τα παλικάρια στη βόλτα ήθελαν να κινήσουν το ενδιαφέρον των κοριτσιών. Ο Κώτσος είχε αφήσει να διαρρεύσει ότι έβαζε τσόφλια από αβγά στο εσωτερικό των παπουτσιών, μα εκείνος έβαζε απλά δυο φόδρες καλή με καλή και σε κάθε βήμα που τριβόταν μεταξύ τους, έτριζαν. Έτσι οι πελάτες του έφερναν και μερικά αβγά πάντα για τα παιδιά, με την σιγουριά οτι θα βάλει τσόφλια και στα παπούτσια, για να εντυπωσιάσουν στο χωριό τους. Η Πολυτίμη αγαπήθηκε με τον Δημητράκη και στα 27 της χρόνια, μεγάλη για τα δεδομένα της εποχής, παντρεύτηκε.


Ο Σόλων,

το τέταρτο παιδί του Κόλια και της Σόνιας γεννήθηκε όταν πια η μεγάλη κόρη άρχισε να γαμπρίζει.

Έτσι του έμεινε η εντύπωση από μικρό παιδί οτι ήταν περιττός. Η αδελφή του στα 17 της χρόνια παντρεύτηκε με ένα χωροφύλακα, που τον έπαυσαν απ την υπηρεσία του, γιατί η νύφη δεν ήταν από οικογένεια των δικών τους προδιαγραφών και επί πλέον δεν είχε τα απαραίτητα μετρητά για προίκα. Γρήγορα έκανε και ένα κοριτσάκι και έτσι θείος και ανιψιά μεγάλωσαν σχεδόν μαζί. Έτσι η οικογένεια έφτασε να είναι οκταμελής και να ζει απ τον μισθό του Κόλια. Το 1961, όταν πια παντρεύτηκαν και τα δυο κορίτσια της οικογένειας, και φύγαν απ το σπίτι, οι γονείς με τα δυο αγόρια μετακόμισαν στην Θεσσαλονίκη. Εκεί ο Σόλων φοίτησε στο γυμνάσιο, και λίγο στο πανεπιστήμιο, αλλά όταν δημιουργήθηκε το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης ξαναγύρισε στην Ξάνθη, και…. περίμενε.


Το τέταρτο παιδί τουΔημητράκη και της Πολυτίμης, η Αθηνά

αν και γεννήθηκε σε δύσκολη εποχή, ήταν το χαϊδεμένο τους।

Έζησε τα μαθητικά και τα σπουδαστικά της χρόνια στη Θεσσαλονίκη, ασχολήθηκε με πολλά πράγματα και τελικά με την ίδρυση του ΔΠΘ πήγε στην Ξάνθη, όπου στο επαγγελματικό της περιβάλλον συνάντησε τον Σόλωνα. Δραστηριοποιημένοι και οι ίδιο στο συνδικαλιστικό τους όργανο, πρόεδρος του συλλόγου η Αθηνά, γραμματέας ο Σόλων, ήταν αναγκασμένοι να συναντιούνται συχνά για υπογραφές στα πρακτικά και τα έγγραφα του συλλόγου. Το αποτέλεσμα ήταν η συμβίωση 32 χρόνων, και δυο παιδιά!.

Τα παιδιά μας, αγαπάνε τα βιβλία και την μουσική σαν τους παππούδες, πήραν τον αλτρουισμό της γιαγιάς Πολυτίμης, την αποφασιστικότητα της γιαγιάς Σοφίας, την περιέργεια για κάθε τι καινούριο της μαμάς τους και την συνέπεια στα πιστεύω τους, του πατέρα τους. Η κορούλα μας είναι η μόνη σε όλη την Ελλάδα που δεν ορκίστηκε όταν πήρε το πτυχίο της. “Δεν είμαι υποχρεωμένη να ορκιστώ, και δεν θα ορκιστώ” τους είπε.

Και εμείς τα παρακολουθούμε με αγάπη, μακριά τους γεωγραφικά μα τόσο κοντά τους, χάρη στην “αγία” τεχνολογία.

Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010

Ξάνθη: Η 3η πατρίδα μου (μέρος 5ο)

Πολιτισμικό μωσαϊκό


Η μικρούλα
Ξάνθη, όπως και όλη η Ελλάδα έμελλε να
γίνει μια μητρόπολη του κόσμου. Σε
πολλούς φαίνεται παράξενο, ίσως και
ενοχλητικό, κινδυνεύει λέει η καθαρότητα
της φυλής… Ποιά καθαρότητα αλήθεια;
Θυμάστε το έργο του Δημ. Βυζάντιου
“Βαβυλωνία”; Εκεί έχουμε τον Ανατολίτη,
τον λογιώτατο, τον Χίο, τον Πελοποννήσιο,
τον Αλβανό, τον Κρητικό, τον αστυνόμο,
τον Κύπριο, τον γιατρό. Μιλούν όλοι
“ελληνικά” αλλά κανείς δεν καταλαβαίνει
τους υπόλοιπους.

Στην Ιστορία
της Ελλάδας μα και όλων των χωρών των Βαλκανίων, υπήρξαν
πολλές πολυπολιτισμικές εποχές. Θα αναφέρω μόνο τη
Θεσσαλονίκη στα τέλη του 19ου και αρχές
του 20ου αιώνα, που φιλοξενούσε Έλληνες
Χριστιανούς, Τούρκους, Εβραίους
Σεφαραδίτες, Αρμένιους, Βούλγαρους,
Σέρβους, Αλβανούς, Βλάχους, με πολλές
διαφοροποιήσεις, εθνολογικές, θρησκευτικές
και σε διάφορες επιμειξίες.. (ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ,
ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ,
Mark Mazower).

Από την Ελλάδα πέρασαν επίσης Καταλανοί (ας το ψάξουμε λίγο), Ιταλοί, Γερμανοί, ….


Οταν ήρθα
στην Ξάνθη, υπήρχαν Ελληνες Χριστιανοί,
τουρκόφωνοι Μουσουλμάνοι, σλαβόφωνοι
Πομάκοι, Τουρκόγυφτοι, Γραικόγυφτοι,
Αρμένιοι…

Στην Παλιά
Ξάνθη βλέπουμε τζαμί


απέναντι
σε παρεκκλήσι,


και τον
πρώην κινηματογράφο ΟΛΥΜΠΙΑ που στεγάζει το παιχνίδι Μποουλινγκ

…απέναντι
στο εργαστήριο του φίλου μου Δημήτρη
Σταθόπουλου με τις πανέμορφες ακουαρέλες
του, όπου μπήκα να πω Καλημέρα και μου έφτιαξε σοκολάτα για να ξεκουραστώ.


Και λίγο
πιο πέρα το Υπουργείο Εξωτερικών που
στεγάζεται σε ένα πανέμορφο κτίριο,
πρώην Κέντρο Τέχνης!


Λίγο πιο
πάνω μικρά σπιτάκια και τι σύμπτωση όταν
έκανα τη βόλτα μου, είδα τον κύριο που
επιβλέπει το κρέας για το κουρμπάνι



εκεί κοντά


και σε
απόσταση 100 μέτρων



Και ανάμεσα σε σπιτάκια και σπίτια, βλέπουμε και "παλάτια"



Σε όλους
αυτούς τους κατοίκους που συμβιώνουν αρμονικά,
προστέθηκαν συνάνθρωποί μας από Ρωσία,
Αρμενία, Γεωργία, Ρουμανία, Βουλγαρία,
Αλβανία. Τα πάρκα που ήταν κάποτε
σκουπιδότοποι και ελεύθερα ουρητήρια,
τώρα σφύζουν από ζωή και δημιουργία. Το
πρωί άντρες ηλικιωμένοι, αποφεύγοντας
την μπόχα του καφενείου, ίσως και για
οικονομικούς λόγους, παίζουν τάβλι,
σκάκι, χαρτιά, συζητάνε. Θυμάμαι μια όμορφη
σκηνή, ένα καλοκαιρινό σούρουπο, με
πολλούς άντρες γύρω από μια σκακιέρα
που παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον και
χωρίς να ακούγεται το παραμικρό παρά
μόνον η φωνή ενός άντρα που με στόμφο
διάβαζε ποιήματα.

Και ξέρετε τι κάνουν;
Εχει ο καθένας την καρέκλα του και το
βράδυ τις αραδιάζουν έτσι όμορφα και
κανείς δεν τις πειράζει.


Το απόγευμα
είναι σειρά των γιαγιάδων με τα εγγονάκια
να κατακλύσουν τα πάρκα, όπως και τα
μεγαλύτερα παιδιά που παίζουν μπάλα,
και τα γεμίζουν ζωή.

Και ενώ
από την μια έρχεται τόσος κόσμος, που
τους υποσχέθηκαν οτι σε κάθε ζευγάρι ο
ένας τουλάχιστον θα έχει δουλειά, από
την άλλη οι στυλοβάτες της κοινωνίας
μας οι επενδυτές βιομήχανοι, και καλοί
“πατριώτες” μεταφέρουν τα εργοστάσια
στην Βουλγαρία. Ετσι λοιπόν, τους
ομογενείς μας εξ ανατολών, τους τάξανε
λαγούς με πετραχήλια, τους δώσανε και
δάνεια ή οικόπεδα σε περιοχές σαν την
Ξάνθη, τους ψιλοπιέζουν και να βαπτιστούν (ποιός μίλησε για προσηλυτισμό ή εκβιασμό) για να αλλάξουν την αναλογία
μεταξύ των θρησκειών, τους καλλιεργούν
και ένα ρατσισμό, και αντί να πάμε
μπροστά, πάμε πίσω.

Όμως η γοητεία δεν
παύει να υπάρχει, παρ’ όλα τα προβλήματα.
Έτσι βλέπουμε κάποιες γυναίκες, με μια
εμφάνιση και μία συμπεριφορά σαν να
ξέφυγαν από μυθιστόρημα του Τολστόι.
Φαίνεται στον τρόπο που μιλούν, στον
τρόπο που φοράνε το καπέλο, στον τρόπο
που φοράνε τα γάντια. Και από την άλλη
κάποιες αυθεντικές πόντιες γυναίκες
ξεχωρίζουν με την προφορά τους και με τα αδρά χαρακτηριστικά τους.

Στη Θράκη, εκτός
από την εκπαίδευση και τις άλλες δημόσιες
υπηρεσίες, μόνο κάποια μικρομάγαζα
ξεφυτρώνουν και εξαφανίζονται σε
μερικούς μήνες. Και ξέρετε ποιοι φωνάζουν
περισσότερο; οι μαγαζάτορες που δουλεύουν
με κέρδος 500% και βάλε… Βέβαια υπάρχουν πάρα πολλά φαγάδικα, καφε, στέκια νεολαίας και οχι μονο.

Αλλά ας μην αρχίσω
τη γκρίνια, μια και είμαι από τη φύση
μου αισιόδοξο άτομο.

Χαίρομαι να ακούω
τη Ντόμα απ’ τη Γεωργία να μιλάει με τον άντρα μου, για το Σουχούμι της Απχαζίας, από
όπου ήρθε και ο πατέρας του το 1922. Χαίρομαι
να ακούω τους μύθους της Αρμενίας από
την Χριστίνα, με άντρα ποντιακής
καταγωγής που ήρθε με τα παιδιά της και
τα εγγόνια της όταν μαίνονταν ο πόλεμος
στην πατρίδα τους. Μου χάρισε και αυτό
το ανάγλυφο με την κοπέλα που κρατάει
φωτιά για να τη βρει ο καλός της που
έρχεται κολυμπώντας. Είναι παραλλαγή
του μύθου του Λέανδρου και του κρυφού
του έρωτα για την Ηρώ. Βλέπουμε πανάρχαιους μύθους να διασώζονται από πολλούς λαούς σε διαφορετικές εκδοχές.


Στην Ξανθη όπου ζω, υπάρχουν πολλά μικτά ζευγάρια τωρα πια, πράγμα ίσως αδιανόητο για την εποχή που ήρθα. Τα νέα παιδιά που μεγαλώνουν μαζί, που παίζουν μαζί, που σπουδάζουν μαζί, είναι φυσικό και να ερωτεύονται. Οι προκαταλήψεις δυστυχώς χώρισαν πολλά ζευγαρια στο παρελθόν, μα σιγα σιγα ξεπερνιέται αυτό.

Ας αφήσουμε λέω εγώ, τη φύση να κάνει τις επιλογές της. Ξέρει τι κάνει! βρίσκει τρόπο να βελτιώνει τα είδη! Είναι γνωστά τα αποτελέσματα των γάμων μεταξύ "γαλαζοαίματων" (αιμοφιλία κτλ), ξέρουμε και τα αποτελέσματα των γάμων σε κλειστές κοινωνίες. Στην Ισλανδία π.χ. λόγω της απομόνωσης και φυσικά των γάμων μεταξύ συγγενών έμουμε διαδεδομένες ορισμένες αρώστιες. Και στη Σαμοθράκη λένε οτι όλοι είναι συγγενείς μεταξύ τους.

Και ένα συμβάν στο παζάρι Ξάνθης: Μια φορά κοιτούσα κάποια αντρικά μπουφάν και ρώτησα την κυρία που τα πουλούσε αν πηγαίνει και στην Αλεξανδρούπολη, γιατί ενδιαφέρεται η φίλη μου. ΝΑΙ, μου λέει, αλλά που να με βρει που με έριξαν μέσα στους Ρώσους; Και η κυρία ήταν τσιγγάνα!


Ας διατηρήσουμε την καθαρότητα του μυαλού μας πάνω απ ‘ολα…

….διαύγεια πνεύματος!